Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘ΑΥΤΙΑ 14’ Category

ΑΥΤΙΑ 14

10245277_472083522924077_3644681552711760344_n  Sergei Borisov,/Dialogue 1983

καθε Τριτη βραδυ 22.00 στο web radio Psaropouli

σχολιαζαμε μουσικα – παρουσιαζαμε


οψεις της αντικουλτουρας στο 
radiopsaropouli

παραλειπόμενα κ΄ Track List :

www.facebook.com/AYTIA14

Το λινκ του ράδιο δεν ισχύει πια. Ο Δαυίδ, διαχειριστής του, έφυγε από τη ζωή, αλλά και η εκπομπή έκλεισε τον κύκλο της στο Ψαροπούλι της Β.Ευβοιας. Άλλοι κύκλοι άνοιξαν εξίσου δημιουργικοί. Θα επιστρέψουμε, όταν έχουμε να δώσουμε μαζί κάτι νέο. Ευχαριστούμε για το πάρε δώσε σε αυτό! 12/3/14

Advertisements

Read Full Post »

«Mεταξύ του φωτός και της σκιάς» Τα τελευταία λόγια του Subcomandante Μάρκος

Υποδιοικητή Μάρκος δεν υφίσταται πλέον, o υποδιοικητής Εξεγερμένων Γκαλεάνο γεννιέται Marcos Announces New Identity as Subcomandante Insurgente Galeano Marcos Announces New Identity as Subcomandante Insurgente Galeano

Το μεταβαλλόμενο πρόσωπο του EZLN Το μεταβαλλόμενο πρόσωπο του EZLN

We think that one of us must die so that Galeano can live, so death does not take a life but a name We think that one of us must die so that Galeano can live, so death does not take a life but a name

ο υποδιοικητής Galeanoο υποδιοικητής Galeano [δες και ‘η διαχείριση του πονου, φορος τιμης’]

 =================

Βοηθητικο στην εκπομπη ΑΥΤΙΑ 14 [27/5/14]

Ο τρόπος οργάνωσης των Αυτόνομων Εξεγερμένων Δήμων

[EZLN – Αυτόνομοι Εξεγερμένοι Δήμοι / Είμαστε σε σιωπή – Είμαστε σε αντίσταση]

Mικρό ζαπατιστικό σχολείο

Λέω, λοιπόν, ότι η εκπαίδευση ειναι μάθηση’:

Μαθητές από όλο τον κόσμο μιλούν για όσα έμαθαν στο Πρώτο Σχολείο των Ζαπατίστας
Autonomia Ζαπατίστας – Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός – {ελληνικοί υπότιτλοι}

Bachajón, Chiapas: υποστηρικτές της Έκτης Διακήρυξης της Ζούγκλας Λακαντόνα  εξηγούν τα συμφέροντα πίσω από τους καταρράκτες της Agua Azul και ολόκληρης της περιοχής Ροδέα

οι 11 αρχές των ζαπατίστας:
Μόρφωση (Κουλτούρα), Τροφή, Δικαιοσύνη, Ιατρική περίθαλψη, Δημοκρατία, Σπίτι, Γη, Εργασία, Ανεξαρτησία, Ελευθερία, Ειρήνη

21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012

Σε όποιον αφορά:

ΑΚΟΥΣΑΤΕ;
Είναι ο ήχος του κόσμου σας που γκρεμίζεται
Είναι ο ήχος του δικού μας που αναβιώνει
Αυτό που ήταν μέρα, ήταν νύχτα.
Και νύχτα θα γίνει η μέρα που θα είναι μέρα.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ! ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ!
Από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού

Από την Παράνομη Επαναστατική Ιθαγενική Επιτροπή – Γενική Διοίκηση του EZLN
Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος
Μεξικό, Δεκέμβριος του 2012

————————

Αστικός Ζαπατισμός του John Holloway

Οι Ζαπατίστας της Τσιάπας δε μας παρέχουν ένα μοντέλο το οποίο μπορούμε να εφαρμόσουμε στο δικό μας αγώνα, αλλά βλέπουμε τις μορφές πάλης τους ως έμπνευση για την ανάπτυξη των δικών μας αντίστοιχων τρόπων.

Το αστικό Ζαπατιστικό κίνημα δεν είναι εθνικιστικό και σε πολλές περιπτώσεις είναι βαθιά αντι-εθνικιστικό. Δεν είναι τόσο ένα διεθνιστικό κίνημα όσο ένα παγκόσμιο κίνημα, ένα κίνημα πάλης για το οποίο σημείο αναφοράς αποτελεί ο παγκόσμιος καπιταλισμός και όχι το έθνος-κράτος.

Η ποίηση της εξέγερσης των Ζαπατίστας (των λόγων και των έργων τους) δεν είναι στοιχείο περιφερειακό του κινήματός τους ούτε εξωτερική διακόσμηση ενός στη βάση του σοβαρού κινήματος, αλλά στοιχείο κεντρικό σ’ ολόκληρο τον αγώνα τους. Το γεγονός ότι οι Ζαπατίστας της Τσιάπας (και σε κάποιο βαθμό και άλλα Λατινοαμερικάνικα κινήματα ιθαγενών) έχουν τέτοια απήχηση στους αστικούς αγώνες σε όλο τον κόσμο έχει μεγάλη σχέση με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν. Δεν είναι απλώς θέμα ωραίων λέξεων ή των αναμφίβολων λογοτεχνικών δεξιοτήτων του Marcos. Πάνω απ’ όλα είναι το γεγονός ότι προσφέρουν έναν άλλο τρόπο θέασης του κόσμου, ένα όραμα που σπάει την κυρίαρχη λογική, του δεν-υπάρχει-εναλλακτική. Η ποίηση (και άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης) προορίζονται να παίξουν έναν κεντρικό ρόλο στην αντικαπιταλιστική πάλη: ποίηση όχι ως όμορφες λέξεις αλλά ως πάλη ενάντια στην πεζογραφική λογική του κόσμου, ποίηση ως το κάλεσμα ενός κόσμου που ακόμη δεν υπάρχει.

Read Full Post »

 [[η σελιδα λειτουργει βοηθητικα στη μουσικη εκπομπη ΑΥΤΙΑ 14

την Τριτη 10μμ  στο web radio Ψαροπούλι ]]

Πρωτομαγιά στο Σικαγο του 1986 The Haymarket Riot, 1886

Σάββατο του 1886, εργάσιμη μέρα, οι εργάτες ξεκίνησαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους για να διαδηλώσουν στο χώρο της συγκέντρωσης [μετα απο δυο χρόνων απεργία]

στην πλατεία Haymarket.σικαγοΣικάγο 1η Μάη 1886

Στη γύρω περιοχή είχαν παραταχθεί αστυνομικές δυνάμεις, αποτελούμενες από 1350 άτομα οπλισμένα με οπλοπολυβόλα.

Κι ενώ το πλήθος παρακολουθούσε τις ομιλίες, ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης διατάσσει να διαλυθεί η συγκέντρωση. Μια βόμβα έσκασε μέσα στο πλήθος και αστυνομικοί μαζί με μπράβους αρχίζουν να χτυπούν τους συγκεντρωμένους χωρίς καμιά διάκριση.

6-bayonets-and-workers-Bread-and-Roses The police followed the retreating anarchist and sent deadly volleys into their midst The police followed the retreating anarchist and sent deadly  volleys into their midst

με συνοπτικες διαδικασίες εκτελουνται ως βομβιστές οσοι συνελήφθησαν:

«Κύριοι δικαστές αν νομίζετε ότι με το να μας κρεμάσετε μπορείτε να εξαλείψετε το εργατικό κίνημα…το κίνημα από το οποίο εκατομμύρια καταπιεσμένοι, εκατομμύρια άνθρωποι που μοχθούν μέσα στη φτώχια και την αθλιότητα περιμένουν σωτηρία, αν αυτή είναι η γνώμη σας, τότε κρεμάστε μας. Εδώ θα πατήσετε μια σπίθα, αλλά εκεί και λίγο παραπέρα, πίσω σας και μπροστά σας και παντού ξεπηδούν φλόγες. Είναι μια υπόγεια φωτιά. Δεν μπορείτε να τη σβήσετε».
(Από την απολογία τουΑύγουστου Σπις, Σικάγο 1886)

Diego Rivera and Frida Kahlo in the May Day march 1929modotti_may_day

συντομο εικονογραφημενο υλικο στο βιντεο:

κ’ το νεο ντοκιμαντερ του Νίκου Βεντούρα και της Λαμπρινής Θωμά για το ‘δικό’ μας Λούη Τίκα, μεταναστη στο Λάντλοου

—————-

Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

[δες και: Η εργατική πρωτομαγιά στην Ελλάδα (1890 – 1999) Δημήτρης Λιβιεράτος]

————————–

Το 1892 έγινε η πρώτη πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στην Ελλάδα, από το Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Σταυρου Καλλέργη. Το 1893  2000 διαδήλωσαν ζητώντας οχτάωρο, Κυριακάτικη αργία και κρατική ασφάλιση στα θύματα εργατικών ατυχημάτων. Το 1894 γίνεται  μεγάλη συγκέντρωση με τα ίδια αιτήματα που λήγει με 10 συλλήψεις και τον Αύγουστο ακολουθεί σύλληψη του σοσιαλιστή Σταύρου Καλλέργη.

Το 1936 απεργία από τους καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης. Τα γεγονότα ξεκίνησαν γύρω στο Φεβρουάριο με κατάληψη ενός εργοστασίου, ύστερα από την απόρριψη των αιτημάτων των εργατών, και συνεχίστηκε με συμπαράσταση καπνεργατών από άλλα εργοστάσια. Εναντίον τους χρησιμοποιήθηκε τόσο η αστυνομία όσο και ο στρατός. Δεν υπήρχε κεντρική συγκέντρωση, αλλά μικρές συγκεντρώσεις με ομιλητές σε διάφορα μέρη της πόλης. Σε μια συγκέντρωση στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου  χωροφύλακες πυροβόλησαν και σκότωσαν 7-8 εργάτες. Σ’ αυτό το σημείο έχει στηθεί το μνημείο του καπνεργάτη. Με πυροβολισμούς προσπάθησαν να διαλύσουν και τις άλλες συγκεντρώσεις και συνολικά είχαμε τουλάχιστον 12 νεκρούς και 300 τραυματίες. Οι δολοφονίες των εργατών ήταν η έμπνευση του Ρίτσου για τον «Επιτάφιο».

Απο το αρχείο της…ΕΡΤ διασωθηκε υλικο για τα γεγονοτα:

http://www.hprt-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=0000073093&tsz=0&autostart=0

καπνεργατες

Το 1944, Πρωτομαγιά, ο κατοχικός στρατός των Γερμανών, εκτέλεσε 200 Έλληνες αγωνιστές στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ο Νίκος Μαριακάκης, ένας απ’ τους 200, έγραψε στο σημείωμα που άφησε: «Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά, παρά να ζει σκλάβος».

kaisariani 70 χρονια Σκοπευτήριο Καισαριανής 1944 Πρωτομαγιά

Το Μάη του 1963, δολοφονήθηκε ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης. Δεν ήταν Πρωτομαγιά, αλλά 22 Μαΐου. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης μιλούσε σε συγκέντρωση των «Φίλων της Ειρήνης» για την παγκόσμια ύφεση όταν δέχτηκε επίθεση από άγνωστους με ρόπαλα. Έξω απ’ την αίθουσα ο Λαμπράκης χτυπήθηκε από τρίκυκλο και τελικά εξέπνευσε στις 27 Μαΐου. Ο Λαμπράκης είχε συμμετοχή σε ειρηνιστικές πορείες τον Απρίλιο του 1963 στην Αθήνα κι ήταν απ’ τα κεντρικά πρόσωπα στην εκδήλωση για την Πρωτομαγιά στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.

[συμπτωματικά, την Πρωτομαγιά του 2001… πεθαίνει, σε ηλικία 72 ετών, ο Μανώλης Χατζηαποστόλου, γνωστός ως «Τίγρης», ο οποίος στις 22 Μαΐου 1963 πήδηξε στο τρίκυκλο που οδηγούσαν οι δολοφόνοι του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη, βοηθώντας καίρια στη σύλληψή τους].

Το 1976, πάλι πρώτη Μάη, πεθαίνει [?] ο Αλέκος Παναγούλης σε μυστήριο τροχαίο… Ο Αλέκος Παναγούλης έχει μείνει στην ιστορία σαν σύμβολο της αντίστασης κατά της χούντας για την απόπειρα δολοφονίας ενάντια στο δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, με τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού  τον Αύγουστο του 1968. Είχε συλληφθεί άμεσα και είχε τελειώσει την απολογία του με τη φράση «Δεν υπάρχει, κύριοι στρατοδίκαι, ωραιότερο κύκνειο άσμα για κάθε αγωνιστή, από τον επιθανάτιο ρόγχο μπροστά στα πολυβόλα του εκτελεστικού αποσπάσματος της τυραννίας». Η παγκόσμια κατακραυγή της δίκης απέτρεψε την εκτέλεση του Παναγούλη. Στη φυλακή βασανίστηκε μέχρι την απελευθέρωσή του. Η αμνηστία που έδωσε ο Παπαδόπουλος τον Αύγουστο του 1973 κάλυπτε και τον Αλέκο Παναγούλη. Η συγκυρία του θανάτου του Παναγούλη σε τροχαίο χαρακτηρίζεται από πολλούς ιδιαίτερα ύποπτη, επειδή μόλις λίγο καιρό πριν το θάνατό του είχε εξαγείλει-φέρει στη δημοσιότητα στοιχεία από τα μυστικά αρχεία της ΕΣΑ.

—————–

παραλειψαμε πολλες Πρωτομαγιές με αιματηρες συγκρουσεις [1906, Γαλλία, συλληψη 1.000 διαδηλωτών 8ώρου/ 1924, πλ.Θεάτρου, Αθηνα  / 1929, Βερολίνο 8 νεκροί / Κων/λη κλπ]

ολοκληρωμενα οι Πρωτομαγιές θεωρώ πως αναφέρονται στο Βαθύ Κόκκινο

Volpedo, quatro staza 1901 Volpedo, quatro staza 1901Ιταλία αρχες 20ου

Read Full Post »

15-4 β

Κάθε  Τριτη βραδυ 22.00 στο web radio Psaropouli
σχολιαζουμε μουσικα – παρουσιαζουμε
οψεις της αντικουλτουρας

παραλειπόμενα κ΄ Trak’s List :
 fb  AYTIA14

σημερα: ‘εκδορείς’ λεξεων που αλλαξαν δεδομενα κι εμειναν στο χρονο.
[εκδορείς, βαλσαμώνουν=Καρούζος], [τζαμάρουν=Κέρουακ]

γιατί   ‘Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα’

————————————————————————————

[2 από ΤΡΥΠΕΣ 1995]
Μια εποχη στην κολαση 1873 Arthur Rimbaud

ρεμπω

Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου
και τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα,
οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη,
δραπέτευσα…

Μάγισσες, μιζέρια, μίσος
εσείς θα διαφυλάξετε το θησαυρό μου,
κατόρθωσα να σβήσω απ’ τα λογικά μου
κάθε ελπίδα ανθρώπινη

με ύπουλο σάλτο
χίμηξα σα θηρίο
πάνω σ’ όλες τις χαρές σας
να τις κατασπαράξω

Επικαλέστηκα τους δήμιους
να δαγκάσω πεθαίνοντας
τα κοντάκια των όπλων τους

Επικαλέστηκα κάθε οργή και μάστιγα
να πνιγώ στο αίμα, στην άμμο,
η απόγνωση ήταν ο θεός μου

Κυλίστηκα στη λάσπη,
στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος,
ξεγέλασα την τρέλα
και η άνοιξη μου πρόσφερε
το φρικαλέο γέλιο του ηλίθιου
http://goo.gl/X9PE6M
——-
Σημαινοντας Θανατο Thomas Elliot

Αυτοί που ακονίζουν το δόντι του σκύλου
Σημαίνοντας θάνατο
Αυτοί που λάμπουν με τη δόξα του πουλιού
Σημαίνοντας θάνατο
Αυτοί που κάθονται στο στάβλο της ικανοποίησης
Σημαίνοντας θάνατο
Αυτοί που υποφέρουν την έκσταση του ζώου
Σημαίνοντας θάνατο

Δεν υπάρχουν πια
Τους υπόταξε ένα φύσημα από ανέμη

Αλλά πίσω από τη ράχη μου
ακούω μια παγωμένη ριπή

Το κροτάλισμα των κοκάλων
και το πνιγμένο γέλιο
να απλώνεται στην ακοή

Έλα και θα σου δείξω
κάτι διαφορετικό από τον ίσκιο σου
που τρέχει το πρωί ξοπίσω σου

Κι από τον ίσκιο σου
που σηκώνεται να σ ανταμώσει το βράδυ

Μέσα σε μια χούφτα σκόνη
να σου δείξω το φόβο

Marina By T.S. Eliot
Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga?
What seas what shores what grey rocks and what islands
What water lapping the bow
And scent of pine and the woodthrush singing through the fog
What images return
O my daughter.
Those who sharpen the tooth of the dog, meaning
Death
Those who glitter with the glory of the hummingbird, meaning
Death
Those who sit in the sty of contentment, meaning
Death
Those who suffer the ecstasy of the animals, meaning
Death
Are become insubstantial, reduced by a wind,
A breath of pine, and the woodsong fog
By this grace dissolved in place
What is this face, less clear and clearer
The pulse in the arm, less strong and stronger—
Given or lent? more distant than stars and nearer than the eye
Whispers and small laughter between leaves and hurrying feet
Under sleep, where all the waters meet.
Bowsprit cracked with ice and paint cracked with heat.
I made this, I have forgotten
And remember.
The rigging weak and the canvas rotten
Between one June and another September.
Made this unknowing, half conscious, unknown, my own.
The garboard strake leaks, the seams need caulking.
This form, this face, this life
Living to live in a world of time beyond me; let me
Resign my life for this life, my speech for that unspoken,
The awakened, lips parted, the hope, the new ships.
What seas what shores what granite islands towards my timbers
And woodthrush calling through the fog
My daughter.

———————–

Κούφιοι Άνθρωποι Thomas Elliot [εν μέρει από Ωχρα Σπειροχαιτη]

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι/ είμαστε οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί/ κεφαλοκαύκι άχυρο. Αλίμονο!
Οι στεγνές φωνές μας, όταν/ ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες και ανόητες/ σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί/
στο ξερό μας κελάρι.

Σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση.

Αυτοί που πέρασαν/ με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο Βασίλειο
μας θυμούνται-αν καθόλου-όχι ως χαμένες
βίαιες ψυχές, μα μονάχα/ ως κούφιους ανθρώπους
τους βαλσαμωμένους ανθρώπους….
III
«…αυτή είναι η νεκρή χώρα/ αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα/ σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω από το σπίθισμα σβησμένου άστρου…
V
…Mεταξύ ιδέας/ και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης/ και δράσης/ πέφτει η Σκιά
Γιατίι δικό σου είναι το βασίλειο
Μεταξύ αντίληψης/ και δημιουργίας
μεταξύ κίνησης/ και απάντησης/ πέφτει η Σκιά
Η ζωή είναι πολύ μακριά
Μεταξύ πόθου/ και σπασμού
μεταξύ δύναμης/και ύπαρξης/
μεταξύ ουσίας/ και πτώσης
πέφτει η Σκιά
Γιατί δικό σου είναι το βασίλειο
γιατί δική σου είναι η ζωή/ γιατί η ζωή είναι δική σου
δική σου/ αυτός είναι ο τρόπος
που ο κόσμος τελειώνει
όχι με ένα πάταγο αλλά με ένα λυγμό».
(Τ. Σ. Έλιοτ, «Οι κούφιοι άνθρωποι», σ. 117, «Άπαντα ποιήματα», μτφ. Αριστοτέλης Νικολαϊδης).

———————–

[Είχα έρωτες] Μ.Σαχτουρη  ΕΝ ΠΛΩ

Είχα έρωτες
είχα μάχες
και παραφύλαξα στις γωνιές.

————————

Βαρκαρόλα 1891 Laurent Tailhade
[Ωχρά Σπειροχαίτη] μετάφρ. Κώστας Καρυωτάκης


Κυριακή. Σ’ ένα βαπόρι
στριμώχτηκαν μπουρζουάδες.
Ξεφωνίζει κάθε αγόρι,
ξεμυξίζουν οι μαμάδες.

Τα σκυλιά δε λογιαράζουν
ο Σηκουάνας πόχει πνίξει,
δε φοβούνται, διασκεδάζουν
την ευγενική τους πλήξη.

«Ω, τι ζέστη, Θεέ μου, βράζει!»
βεβαιώνουν οι κυρίες,
κι επιπόλαιες κι γελοίες,

ξεκουμπώνοντας με νάζι
τα χυδαία ντεκολτέ τους,
διευκολύνουν τους εμέτους.

———————–

Νέα Υόρκη 1930 [Κάτω από τις διαιρέσεις] Federico Garcia Lorca
από τη συλλογή ‘Ποιητής στη Νέα Υόρκη’ [απόδοση:  Propaganda]
(Επιστημονικό εργαστήριο και καταγγελία)

Κάτω από πολλαπλασιασμούς είναι μια σταγόνα αίμα πάπιας,
Κάτω από τις διαιρέσεις είναι μια σταγόνα αίμα ναύτη.
Κάτω από τις προσθέσεις ένας ποταμός τρυφερό αίμα, ένας ποταμός
που έρχεται τραγουδώντας μεσ’ από τα δωμάτια των προαστίων,
ένας ποταμός που είναι χρήμα τσιμέντο ή αεράκι, μες στην ψεύτρα αυγή της πόλης.

Τα βουνά υπάρχουν, το ξέρω. Και τα γυαλιά για τη γνώση.
Το ξέρω, μα εγώ δεν ήρθα για να δω τον ουρανό. Ήρθα να δω το θολό αίμα.
Το αίμα που φέρνει τις μηχανές στους καταρράχτες και το πνεύμα στη γλώσσα της κόμπρας.

Κάθε μέρα σκοτώνουν στην πόλη
τέσσερα εκατομμύρια πάπιες,
πέντε εκατομύρια χοίρους
δυο χιλιάδες περιστέρια για την ευχαρίστηση εκείνων που ψυχοραγούν,
ένα εκατομύριο αγελάδες,
ένα εκατομύρια πρόβατα και δυο εκατομύρια κοκόρια,
που κάνουν τους ουρανούς χίλια κομμάτια.
Προτιμότερο να κλαις τροχίζοντας το ξουράφι σου
ή να δολοφονείς σκυλιά σε παρακρουστικά κυνήγια,
παρά να αντιστέκεσαι, τα ξημερώματα, στις ατελείωτες συνολκές με γάλα,
στις ατέλειωτες συνολκές με αίμα
και στις συνολκές σιδηροδέσμιων ρόδων από τους εμπόρους αρωμάτων.

Οι πάπιες και τα περιστέρια, τα γουρούνια και τα αρνιά,
βάζουν τις σταγόνες του αίματός τους κάτω από τους πολλαπλασιασμούς,
και τα φριχτά ουρλιαχτά των πρεσαρισμένων αγελάδων γεμίζουν πόνο την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι.
Καταγγέλλω όλους αυτούς
που αγνοούν το άλλο μισό,
που υψώνει τα τσιμεντένια βουνά του
εκεί που χτυπούν οι καρδιές
των ταπεινών ξεχασμένων ζώων,
εκεί που θα πέσουμε όλοι
στο τελευταίο πανηγύρι των τρυπανιών.

Σας φτύνω κατάμουτρα.
Το άλλο μισό μ’ ακούει
καταβροχθίζοντας, κατουρώντας,
πετώντας μες στην αγνότητά του σαν τα παιδιά των θυρωρείων
που βάζουν λεπτά ξυλάκια μες στις τρύπες
που σκουριάζουν οι κεραίες των εντόμων.

Δεν είναι κόλαση, είναι ο δρόμος.
Δεν είναι ο θάνατος, είναι το μανάβικο.

Υπάρχει ένας κόσμος σπασμένων ποταμών και ασύλληπτων αποστάσεων
στο ποδαράκι αυτής της γάτας που το ‘σπασε το αυτοκίνητο,
κι ακούω το τραγούδι του σκουληκιού
μες στην καρδιά πολλών κοριτσόπουλων.
Οξείδωση, ζύμωση, γη που αναρριγεί.
Γη, εσύ ο ίδιος που κολυμπάς μέσα στους αριθμούς
του επιστημονικού σου εργαστηρίου.
Τι να κάνω; να τακτοποιήσω τα τοπία;
Να τακτοποιήσω τους έρωτες
που είναι ύστερα φωτογραφίες,
που είναι ύστερα κομμάτια ξύλο και μπουκιές αίμα;
Όχι, όχι, όχι, όχι, εγώ καταγγέλλω.
Καταγγέλλω τη συνωμοσία
αυτών των έρημων γραφείων
που δεν αναγγέλλει στο ραδιόφωνο τις αγωνίες,
που σβήνουν τα προγράμματα του δάσους,
και προσφέρομαι να φαγωθώ
από τις πρεσαρισμένες αγελάδες,
όταν οι κραυγές τους γεμίζουν την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι.
Από ‘tokoskino.wordpress.com’, ‘travelling-by-literature’ και ‘propagandacollective.squat.gr’
———————–

Πρόκληση (Mahmoud Darwish) [Ζωή Τάχα]
μετ.Nasim Alatras


Σφίξε μου τα σχοινιά
απαγόρεψέ μου τα όλα
τσιγάρα μολύβια και χαρτιά.
Σφίξε μου τα σχοινιά
απαγόρεψέ μου τα όλα
σβήσε στο χώμα τη φωτιά.

Πουλιά μυριάδες πάνω
στης καρδίας μου τα κλαδιά
πλάθουνε το τραγούδι μου.

Το τραγούδι είναι το αίμα
το αλάτι του ψωμιού
το νερό του ματιού.
Το τραγούδι είναι το αίμα
γράφεται με τα νύχια
με το λαρύγγι, τη ματιά.

Πουλιά μυριάδες πάνω
στης καρδίας μου τα κλαδιά
πλάθουνε το τραγούδι μου.

Μέσα από το κρατήριο
τα συρματοπλέγματα
με χειροπέδες και δεσμά.
Μέσα από το κρατήριο
κάτω από το μαστίγιο
κάτω απ’ τις αλυσίδες.

Πουλιά μυριάδες πάνω
στης καρδίας μου τα κλαδιά
πλάθουνε το τραγούδι μου.

———————–

Boris Vian, 1950, Ο ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ


«Κύριε Πρόεδρε
Σας γράφω ένα γράμμα
Που ίσως να διαβάσετε,
Αν έχετε καιρό.

Φτάσανε τα χαρτιά μου
Πως πρέπει να καταταγώ,
Να φύγω για τον πόλεμο
Τo αργότερο Τετάρτη.

Όμως, Κύριε Πρόεδρε,
Δεν πρόκειται να πάω.
Δε βρέθηκα σ’ αυτή τη γη
Για να σκοτώνω αθώους.

Δε θέλω να θυμώσετε,
Μα πρέπει να σας πω
Πως το ‘χω πάρει απόφαση
Να γίνω λιποτάχτης.

Βλέπω στη λίγη μου ζωή
Πως πέθανε ο πατέρας μου,
Πως φύγανε τ’ αδέρφια μου
Και τα παιδιά μου κλαίνε.

Η μάνα μου απ’ τα βάσανα
Τώρα βαθιά στον τάφο
Γελάει με τους εξοπλισμούς,
Περιγελάει τους στίχους.

Όταν με χώσαν φυλακή,
Αρπάξαν τη γυναίκα μου,
Αρπάξαν την ψυχή μου,
Το παρελθόν που αγάπησα.

Αύριο ξημερώματα
Την πόρτα θα χτυπήσω
Στα μούτρα των νεκρών καιρών
Και θα χυθώ στους δρόμους.
Θα ζητιανέψω τη ζωή μου
Γυρνώντας τη Γαλλία
Από Βρετάνη ως Προβηγκία
Και σ’ όλους θα φωνάξω:

Άρνηση στην υποταγή.
Άρνηση στην κατάταξη.
Μην πάει κανείς στον πόλεμο,
Να φύγετε αρνηθείτε.

Αν πρέπει αίμα να χυθεί,
Να δώστε το δικό σας,
Αφού αυτό διδάσκετε
Σε όλους, Κύριε Πρόεδρε.

Κι αν είναι να με πιάσετε,
Πέστε στους χωροφύλακες
Ότι θα είμαι άοπλος
Κι αν θέλουν, ας μου ρίξουν».
———————–

Το συνταγμα της ηδονης Κ.Π.Καβαφης   [απόδοση: Lost Bodies]

Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας•

όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.
Όλοι οι νόμοι της ηθικής – κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι – είναι μηδέ νκαι δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν,όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω.

Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου• αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή.

Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.

«The Regiment of pleasure» Kavafis hidden poems (1894–1897;)
———————–

Η Ύδρα Των Πουλιών 1950 N.Εγγονόπουλος   [Δ.Πουλικάκος – Socos]

Μακρυνές συναυλίες, οπάλινες σπίθες, του πρώτου σπιτιού μας μέσ’ στη λαύρα του θέρους,
Στης Γης του Πυρός την αέναη θήρα, στους κάμπους, στα δάση, στα ουράνια,
Θ’ ασπασθώ απαλά της εικόνος τα χείλη, θα χαρίσω ελπίδες σ’ αχιβάδες και κάστρα
Που βουβά παραστέκουν σ’ όσ’ αγγίζουν οι Μοίρες, κι όταν δύουν στα πεύκα των ειδώλων φεγγίτες
Αυλακώνουν μ’ αλόγατα ξύλινα χαμοκέδρου θωπείες,

Θεωρίες σεπτές μυστικών δεινοσαύρων, στων νερών τις πλεκτάνες που τα ζώσανε κύκνοι,
Μαύροι κύκνοι, γαλάζιοι, όλο ιδέα, και πόθο που λες πάει να σβύση κι αποτόμως γυρεύει
Ν’ ανεβή πιο ψηλά, να γκρεμίση, να σπάση, παραθύρια ν’ ανοίξη, να φωνάξω, να κλάψη,
Να ρημάξω, ν’ αράξη, να σκιστή, να χαράξω στο χαλκό πιο βαθειά, πιο βαθειά,
Περιστέρια, λιοντάρια, των μαλλιών της τη νύχτα, του στρατιώτου το όπλο, τ’ αρβανίτικο χώμα.

Κι όπου φτάση, αν φτάση, φαντασία μετάλλου, λόγια που είπα η Πυθία σε ανύδρους εκτάσεις,
Τροπικούς και πηγάδια θα διαβή, ως να φέξη η αυγή η πλανεύτρα μ’ άυλων Κούρδων κραιπάλη,
Ν’ αγοράση κιθάρες που μου πνίγουν τα μάτια, ως να σύρω τα πέπλα που κρατά η σελήνη,
Στη μορφή μου να δέση τη μορφή των πουλιών.

———————–

Η Μπαλάντα Της Έγκρισης Β.Βrecht   [Ωχρά Σπειροχαίτη]

Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός.
Και να που σήμερα μου δείξανε τον κόσμο τους.
Μόνο το ματωμένο δάχτυλό τους είδα μπρός.
Και είπα ευθύς: «Μ’ αρέσει ο νόμος τους».

Τον κόσμο αντίκρυσα μεσ’ απ’ τα ρόπαλά τους.
Στάθηκα κι είδα, ολημερίς, με προσοχή.
Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους.
Και σαν με ρώτησαν «Σε διασκεδάζει;», είπα: «Πολύ!»

Κι από την ώρα εκείνη, λέω «Ναι» σε όλα.
Κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω.
Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα,
ό,τι κανένας δεν εγκρίνει, το εγκρίνω.

Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα.
Μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια.
Και φώναξα βλέποντας τόσα μνήματα:
«Καλά τους κάνουν για του έθνους την ομόνοια!»

Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές
κι ήθελα να φωνάξω: «Σταματήστε!»
Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές,
μ’ άκουσα να φωνάζω: «Ζήτω! Προχωρήστε!»

Δε μου αρέσει η φτήνεια κι η κακομοιριά.
Γι’ αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου.
Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά
ταιριάζει, βέβαια το ξέρω κι η έγκρισή μου
———————–

Η καμπάνα – K. Bάρναλης 1956   [Active Member]

Πολλά γέρικα τελώνια τραβάνε με τα δυο τους τα χέρια το σκοινί της Καμπάνας. Και το μπρούτζινο τέρας, αφου έτρεξε πάνω στους αρμούς του, βρόντηξε τόσο δυνατά, που όλοι ανοίξανε τα στόματα και βουλλώσανε τ’ αυτιά τους.
Μες το δροσάνεμο, που αναγαλλιάζω κι ο νους βυθίζεταισε χάος γαλάζο,
ανθρώποι, αφήστε με να ξεχαστώ φωτοπερίχυτη, στόμα κλειστό.
Ποιο χέρι απλώθηκε να με σπαράξει, -απ’ το χρυσόνειρο στην μαύρη πράξη!
Ο πρώτος ήχος μου πρώτη πληγή με τραβάς, αίμα μου, ξανά στη Γη.

Ω σεις χαμόσυρτα, λέρα σκουλήκια, η άλαμπη ζήση σας ζήση ‘ναι δίκια.
Μια τρύπα ο κόσμος σας και μέσα κει ο Χάρος λύτρωση κι ώρα γλυκή!
Δεν είναι κέντρισμα να σας κουνήσει, κορμιά, που η άλυσσο τα χει τσακίσει.
Σκέψη, ποιος άνεμος θάν’ αξιωθεί να σ’ ανατάραζε, σκότος βαθή;

Πίσω απ’ τα λόγια μου, πικρά φαρμάκι, τι κόσμοι απέραντοι, βυθοί λουλάκι!
Μάτι δε βρίσκεται να θαμπωθεί κι αφτί δε βρίσκεται να λιγωθεί!
Να ταν να ξήλωνεν απ’ την καρδιά μου Μοίρα καλόβουλη τ’ άγρια καρφιά μου
και να με σήκωνε μ’ άξιο φτερό σκέψη, που μέστωσε με τον καιρό.

Πάνω από θάλασσες πάνω από χώρες,με τους καλόκαιρους και με τις μπόρες
να με κατέβαζεν αγαλινά,όπου τ’ ανθρώπινο πλήθος πονά.
Σε μίνες φόνισσες μπουχές καζέρνες, λιμάνια ολόκαπνα, βοερές ταβέρνες,
σπιτάλια σκοτεινά και φυλακές, μπορντέλ’ ακάθαρτα και προσευκές.

Στα στήθη να μπαινα σαν την ανάσα, σφυγμός βαθύριζος στις φλέβες μέσα,
στο νου σαν άστραμα και στην ψυχή, ν’ αχούσ’ αδιάκοπα τη διδαχή:
«Όλα τελειώνουνε κι όλα περνάνε! Ιδέες βασίλισσες κακογερνάνε,
στις νέες ανάγκες σου -κόπος βαρής!-
σκοπούς αλάθεφτους κοίτα να βρεις.»

«Αν είν’ η σκέψη σου πριν από σένα, δεν είναι απόκομμα θεού και γέννα:
τη σκλάβα σκέψη σου, σκλάβα δετή σου τηνε πλάσανε οι Δυνατοί
«Φτωχέ, σου μάραναν κόποι και πόνοι τη θέληση άβουλη, πιωμένη αφιόνι!
Αν είν’ ο λάκκος σου πολύ βαθής,
χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς».

«Τ’ άσκημα χέρια σου, των όλω αιτία, βαστάνε μάργελη την πολιτεία.
Βγαίνει απ’ τα χέρια σου κάθ’ αγαθό του ωραίου περίθετο το χρυσανθό».
Σφίξε τα χέρια σου,
για σένα κράτει τ’ άμοιαστον έργο σου, την Πλάση ακράτη
κι όλο ανεβαίνοντας προς τη Χαρά, μέσα σου θά ναβεν άστρων σπορά!»

Κι όπου σε σφάζουνε δεμένον πίσου,
να βρόνταα άξαφνα σεισμός αβύσσου, χίλια αστροπέλεκα:
«Δεν είναι μπρος, ειν’ πίσω σου χρόνια ο οχτρός!»
Κανένας δεν κατάλαβε τι έλεγε η Καμπάνα. Γιατί καθένας άκουγε τη δική του σκέψη.
Κ’ ύστερα γυρίσανε όλοι στα σπίτια τους με την φανφάρα, που έπαιζε χαρούμενα κομμάτια.
Εκεί στο σπίτι τους ανάμενε ζεστό φαγί και ζεστή αγκαλιά.
Κ’ είτανε όλοι τους βαθιά περήφανοι με την ιδέα,

πως έχουνε την πιο καινούρια και την πιο μεγάλη Καμπάνα σ’ όλη τη γης.
*από το «Σκλάβοι πολιορκημένοι», 1927, Κώστας Βάρναλης

Το ποίημα «Καμπάνα» του Γιάννη Ρίτσου μπορεί να ιδωθεί ως μια ετεροχρονισμένη αναφορά στον Κώστα Βάρναλη, που στους «Σκλάβους Πολιορκημένους» μίλησε για μιαν άλλη Καμπάνα• μια καμπάνα που κανείς δεν κατάλαβε τί έλεγε, κανένας, γιατί καθένας άκουγε μόνο τη δική του σκέψη. Καθένας, και στα δυο ποιήματα, κοιτάει το δικό του πιάτο, και αγνοεί τους στίχους του ποιητή: «Δεν είναι μπρος/ειν’ πίσω σου/χρόνια ο οχτρός!»
[ ο ιδιότυπος διάλογος από το trenopoiisi]

Η καμπάνα – Γ. Pίτσος
Ποιὸς ἦταν ποὺ κρέμασε (καὶ πότε;) πάνω ἀκριβῶς ἀπ᾿ τὸ τραπέζι
καταμεσὶς στὸ ταβάνι, αὐτὴ τὴ μαύρη καμπάνα; – πρὶν μῆνες; πρὶν χρόνια;
Σκυμμένοι στὸ πιάτο μας, δὲν τὴν εἴχαμε δεῖ.
Ποτὲ δὲ σηκώσαμε λίγο πιὸ πάνω τὸ κεφάλι, – ποιὸς ὁ λόγος ἄλλωστε;
Μά, τώρα, τὸ ξέρουμε· εἶναι ἐκεῖ, ἀμετάθετη.
Ποιὸς τάχα τὴν πρωτόδε; ποιὸς μᾶς τό ῾πε, ἀφοῦ κανείς μας δὲ μιλάει;
Ἴσως, μιὰ νύχτα, ἀκολουθώντας τὸ ποτήρι,
στραγγίζοντας τὴν τελευταία σταγόνα τοῦ κρασιοῦ,
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ ἄδειοθαμπωμένο ποτήρι, νὰ τὴν πῆρε τὸ μάτι μας.
Σκύψαμε ἀμέσως ἀκόμη πιὸ πολύ.
Πεινᾶμε, δὲν πεινᾶμε, τρῶμε· περιμένοντας πάντα,
ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή, ἕνα μεγάλο ἀόρατο χέρι νὰ χτυπήσει τὴν καμπάνα
ἐννέα ἢ δώδεκα φορὲς ἢ μία καὶ μόνη, ἀπέραντα μόνη, ἀπειθάρχητα μόνη,
ἐνῷ, ἀπὸ μέσα μας, μετρᾶμε κιόλας, μήπως συμπέσουμε τουλάχιστον στοὺς χτύπους.
———————–

Ουρλιαχτό, Allen Ginsberg, 1956, ποιητικό μανιφέστο της γενιάς των Μπιτ
[Χαρά Αργυροπούλου, Λ.Παπαδόπουλος]

Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή
γυρεύοντας μιαν αναγκαία δόση,
χίπστερς με αγγελικά κεφάλια να φλέγονται για την αρχαία ουράνια ένωση
με την άστρική γεννήτρια μέσα στη μηχανή της νύχτας,
που φτωχοί κουρελιασμένοι με βαθουλωμένα μάτια
και φτιαγμένοι στάθηκαν καπνίζοντας
μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι τιποτένιων διαμερισμάτων αιωρούμενοι
πάνω από τις κορυφές των πόλεων βυθισμένοι στην τζαζ,
που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό
κάτω απ’ τον Εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
αγγέλους Μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ’ τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ
ανάμεσα στους μελετητές του πολέμου,
που διώχτηκαν απ’ τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν από τον φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο
μέσ’ απ’ τον τοίχο…
Απόσπασμα από το «Ουρλιαχτό» / Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς

———————–

Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα Charles Bukowski
Λακης Παπαδοπουλος  (μετ. Α.Τραϊνός)

Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα καθώς ανάσαινε
κατέβαινε στο χολ με εσώρουχα
με μπογιατισμένο πρόσωπο σαν παλιάτσος
μια βόμβα από την Κολωνία
στη δεξιά του τσέπη
μια εποχή στην Κόλαση, στην αριστερή
λουρίδες ηλιοβασιλέματος σαν ίνες φλαμουριάς
εξαντλούσαν τα μπράτσα του.

Και τον βρήκαν το πρωί κρεμασμένο
στης εξόδου κινδύνου το παράθυρο
πρόσωπο παγωμένο και σβησμένο
σαν ηλεκτρική λάμπα

Και τα σπουργίτια ήταν κάτω στα θάμνα
και γνώριμα τα σπουργίτια
δεν τραγουδούν βγάζουν ήχο και βγάζουν ήχο
και…. οι άνθρωποι
όχι τα σπουργίτια
τον κατεβάσαν από τη σκάλα
σαν άχρηστη κουκουβάγια
———————–


Ουλαλούμ * 1950 Γ. Σκαριμπας  [Νικόλας Άσιμος]

Ήταν σαν να σε πρόσμενα Κερά,
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
κι έλεγα: Θα `ρθει απόψε απ’ τα νερά, κι από τα δάσα!

Θα `ρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι,
και θα μυρίζει φώτα και βροχή το νιο φεγγάρι!…

Και να, το κάθισμά σου συγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να μαζί σου κιόλας αρχινώ χρυσή κουβέντα:

Πως, νά, θα μείνει ο κόσμος με το «μπα»
που μ’ έλεγε τρελόν, πως είχες γίνει
καπνός και ―τάχας― σύγνεφα θαμπά
προς τη σελήνη

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ,
κίνησα να σε βρω στο δρόμο ―ωϊμένα―
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ μ’ αγάπησες, Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματά μου!
Πάταγα γω ―στραβός― μες στα νερά,
κι εσύ κοντά μου…
[*από τη συλλογή «Εαυτούληδες».
παραπέμπει στο ομώνυμο ποίημα του Edgar Allan Poe («Ulalume», 1847)]

ουλαλουμ
———————–

Τρελός; 1950 Γ. Σκαριμπας

ΕΙΜΑΙ –το ξέρω- λογικός. Ω δεν μιλάω.
Σαν λάμψει η μέρα σβω το φως μου.
Αν ιδώ ένα φύλλο πούπεσε – εντός μου
Λεω: είδα ένα φύλλο πούπεσε και… πάω/

Τόσο πολύ! Προσέχω. Τα’ όντι
Δεν έχω αντίρρηση καμιά. Χαρά μου
Νάναι τα δυο διπλό σε ένα . νοερά μου:
Πως είναι στόγγυλοι – επιμένω- οι οριζόντοι

Τρελός εγώ; Αστείο! Και στίχους
Φιάχνω, και πάω πατώντας^ ούτε λόγος
Ότι όπως στρίβει ο δρόμος, αναλόγως
Στρίβω να μη σκουντάψω πια στους στίχους

Λοιπόν δεν είμαι. Ωραία. Το ψέμα
Μισώ. Τώρα εννοώ γιατί η καρδιά μου
Έκανε τίκι- τακ για κείνηνα – στοχιά μου:
Για να κυκλοφοράει μου το αίμα!

Πέθανε: πως την έλεγαν ξεχνάω…
– χάθηκε μαζί της η χαρά, το φως μου-
και είμαι τόσο λογικός που εντός μου
λεω: είδα ένα φύλλο πούπεσε –και πάω
———————–

Μodus Vivendi Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου   [Ωχρα Σπειροχαιτη]

Ν’ αφήνεσαι ράθυμα στης θάλασσας το ρεύμα, να λιμνάζεις
κει που πρόσκαιρα αγάπησες, ν’ αναλώνεσαι
διαγνώνοντας χωρίς σκοπό περιπτώσεις αθεράπευτες

Να προσμένεις τάχα μιαν άνοιξη
με τη νωχέλεια ηλιόλουστης μέρας, μέρας που έξαφνα ναυάγησε
μες στις κατάφωτες παραθαλάσσιες πόλεις

Να’ σαι κατάμονος κι όμως κρυμμένος, κρυμμένος μέσα σε χίλιες καρδιές
να περάσεις στο αίμα αυτών που σ΄αγκάλιασαν, σ αγκαλιάσαν πρόσκαιρα
Να πληθαίνεις

———————–

Προσευχή 1981 Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου  [απόδοση:Χρήστος Οικονομίδης]
Από τη συλλογή «ΩΔEΣ ΣTON ΠPIΓKHΠA’

Πρίγκηπα, χρειάζομαι χρήματα, κι άλλα χρήματα,
Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει αδίστακτα χρειάζομαι χρήματα,
Για να σε κερδίσω δε θα ’φταναν όλα τα τραγούδια της γης.
Xρειάζομαι πολλά, πάρα πολλά μπορώ να σου πω

Aυτά τ’ ανθοκήπια, κι αυτές οι πισινές, κι αυτά τα υδρόβια
Μες στα δωμάτια, που μας προσμένουν, χρειάζονται χρήματα.
Χρειάζομαι τόσα λεφτά για τσιμέντο και χάλυβα κι όλη τη θάλασσα
Χρειάζομαι φως από πικρό αμμοχάλικα, α, Πρίγκηπα,
Κι είμαστε τόσο, μα τόσο φτωχοί

Χρειάζομαι χρήματα να γεννηθώ σαν κι εσένα απαράλλαχτος,
Το ήρεμο γαλάζιο τοπίο στα μάτια σου χρειάζεται χρήματα,
Τα μισάνοιχτα χείλη σου και το άσκεφτο ανάβλυσμα,
Η ανώφελη άγνοια χρειάζεται χρήματα
Nα παγιωθεί

Άρχοντα, δε νιώθω πια τίποτε για σένα,
Το παιχνίδι μας δεν αλλάζει τα καθορισμένα βήματα.
Xρειάζομαι χρήματα για να μεταμορφώσω ένα χερσότοπο
Σε πανδαιμόνιο μουσικής
———————–

Οι γενναίοι Μίλτος Σαχτούρης
Δαιμονολόγιο – 16 ποιήματα  [Χείλια Λουλούδια]

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά
φορούν κουρέλια ακριβά κοστούμια
ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν
άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές
όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν χάνουνε,
πετυχαίνουν ή νομίζουν
ότι χάνουνε ή νομίζουν ότι πετυχαίνουν
πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του
στο κέντρο της καρδιάς τους σημαδεύει.

———————–

Mιχαλιός   Κώστας Καρυωτάκης [απόδοση: Δραμαμινη]

Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Μαρή και με τον Παναγιώτη.
Δε μπόρεσε να μάθει καν το «επ’ ώμου».
Όλο εμουρμούριζε: «Κυρ Δεκανέα,
άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».

Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Εκάρφωνε πέρα, σ’ ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σα να ‘λεγε, σα να παρακαλούσε:
«Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω».

Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.
Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του αφήσαν απ’ έξω το ποδάρι:
Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος…

———————–

Gala (Θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα) Κώστας Καρυωτάκης [MAGIC DE SPELL]
‘Ο πόνος του ανθρώπου ’, 1919

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ’ έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ’ όλοι.

Τ’ αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς
το μάτι ανοιγοκλείνει προτού δακρύσει.
Ο κόσμος τω δεντρώνε ρέβει ορθός.
Κλαίει παρακάτου η βρύση.

Από τα σπίτια που είναι σα βουβά,
κι ας μίλησαν τη γλώσσα του θανάτου,
με φρίκη το φεγγάρι αποτραβά
τ’ ασημοδάχτυλά του.

Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
κι εμείς θαν το γλεντήσουμε το βράδυ,
όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό
και μέσα μας τον άδη.

Οι μπάγκοι μας προσμένουν. Κι όταν βγει
το πρώτο ρόδο στ’ ουρανού την άκρη,
όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγή
στο μαύρο μας το δάκρυ

θα καθρεφτίσει τ’ απαλό της φως.
Γιομάτοι δέος ορθοί θα σηκωθούμε,
τον πόνο του θα ειπεί καθε αδερφός
κι όλοι σκυφτοί θ’ ακούμε

Κι ως θα σας λέω για κάτι ωραίο κι αβρό
που σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι,
τη λέξη τη λυπητερή θα βρω
που ακόμα δεν ειπώθη.

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ’ έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ’ όλοι.

———————–

ΜωΡΑ σΤη ΦωΤΙΑ – Τα Ειδωλα
Στίχοι: Στέλιος Παπαϊωάννου  (Ανασύνθεση από ρουμπαγιάτ του ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ)

Για φίλους περιόριζε τον παθιασμένο ενθουσιασμό σου
και μην ακόμα απομακρύνεσαι από τον εαυτό σου,όχι ακόμα,
κι αυτόν εκεί που νόμιζες πως ήταν πάντα ένας φίλος,στήριγμά σου,
μελέτησέ τον, και πέρασέ τον απ’τα κόσκινά σου όλα.

Εμείς δε θέλαμε ποτέ ό,τι παρακαλούν ετούτοι
διαμάντια και χρυσό,το μελαγχολικό θησαυρό του αρχηγού μας,
εμείς το δρόμο πήραμε που πάει κατά τη φτώχεια
κι αλήθεια βρήκαμε εκεί αμύθητα τα πλούτη όλα.

Τα είδωλα που λάτρεψα σε τόσο χρόνο μες στον πόνο
μου σπάσαν της υπόληψης τον ανθισμένο μου τον κλώνο
και την τιμή μου σε ρηχό την έπνιξα μες στο ποτήρι
και πούλησα τη φήμη μου για ένα τραγούδι μόνο.

Αν η ψυχή σου επόθησε να πάει μακριά να φύγει μέσα σ’άλλους κόσμους
παράτα όσους αγάπησες με πάθος και κάθε σκέψη που σε πνίγει κάθε σχέση
μη σκέφτεσαι τα εμπόδια που βρίσκονται μπροστά σου μες στα μάτια σου,ναι
σπρώχνε τα με τα πόδια σου κι ο δρόμος σου θ’ανοίγεται μπροστά σου όπως πρώτα.

Τα είδωλα που λάτρεψα σε τόσο χρόνο μες στον πόνο
μου σπάσαν της υπόληψης τον ανθισμένο μου τον κλώνο
και την τιμή μου σε ρηχό την έπνιξα μες στο ποτήρι
και πούλησα τη φήμη μου για ένα τραγούδι μόνο.

Όσο κι αν είσαι δυνατός, μη γίνεσαι ο φόβος κι η τρομάρα
μη θέλεις να ‘σαι ο δήμιος εσύ και του τραγουδιού η κατάρα
σβήσε του κόσμου του άδικου τα λάθη και στολίσου
να πας να βρεις τον έρωτα στα ουρί του παραδείσου.

Τα είδωλα που λάτρεψα σε τόσο χρόνο μες στον πόνο
μου σπάσαν της υπόληψης τον ανθισμένο μου τον κλώνο
και την τιμή μου σε ρηχό την έπνιξα μες στο ποτήρι
και πούλησα τη φήμη μου για ένα τραγούδι μόνο.

———————————

  Θεατρίνοι Μ.Α     Γιώργος Σεφέρης
Μωρά στη φωτιά
Άλμπουμ «Θεατρίνοι» 1999

Στήνουμε θέατρα και τα χαλούμε
όπου βρεθούμε κι όπου σταθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά,
αλλά η μοίρα μας πάντα νικά.
Και τα σαρώνει και μας σαρώνει
τους θεατρίνους, το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς.

Σάρκες, λινάτσες, πέπλα, στολίδια,
στίχους, συστήματα και τα φτιασίδια
φτερά και πούπουλα και τις κραυγές
κι τα λιογέρματα και τις χαρές
ριγμένα ανάκατα μαζί μ’ εμάς
πες μου πού πάμε; πες μου πού πας;
Κοίτα τα νεύρα μας γυμνά στο δέρμα
σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα

Γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
πότε μας γέννησαν; πότε μας θάψαν!
Και τεντωμένα σαν τις χορδές
κάποιας κιθάρας. Ξύπνα και δες

και την καρδιά μας σαν το σφουγγάρι,
στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
πίνει το αίμα και τη χολή
και του τετράρχη και του ληστή.

——————————-

Ο χαμαιλέων Οδυσσέας Ελύτης

Το επάγγελμά μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων.

Πρωί πρωί,χαράματα
κόβω απ’τον ήλιο γράμματα
στη γλώσσα που διαβάζουνε
οι αγράμματοι κι αγιαζουνέ.

Κατά τις έντεκα παρά
το στήνω μες στην αγορά
πουλάω φως ουράνιο
στίχους απ’το κοράνιο.

Πουλάω το όχι και το ναι
κι όσα ποτέ δεν είδανε
στη ΛεΪλά,στη Λεϊλέ
πουλάω το ροζ και το βιολέ.

Το επάγγελμά μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων.

Δεν είμαι Μωαμεθανός
ούτε και ανήκω κανενός
σ’όσους και να πάω τόπους
ίδιους βρίσκω τους ανθρώπους,

Σε όσους και να πάω τόπους…!

Δεν είμαι Μωαμεθανός
ούτε και ανήκω κανενός
σ’όσους και να πάω τόπους
ίδιους βρίσκω τους ανθρώπους!

——————-

Κώστας Καρυωτάκης
Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα `ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα
Αμάλθειο κέρας.

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Ονειρο ανάγλυφο, θα `ρθω κοντά σου
κατακορύφως.

Οι ορίζοντες θα μ’ έχουν πνίξει.
Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ’ αρέσω.

—————–

Κ.Γ.Καρυωτάκη Κι αν εσβησε σαν ισκιος

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά∙

Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δεν θα ειπωθεί∙

Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σαν βλέπω το μεγάλο ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ‘ζησα ζωή.

———————————

Η μπαλάντα της φυλακής – τέλη 19ου   Oscar Wilde
Λάκης Παπαδόπουλος

Απ’ το στενό της φυλακής το παραθύρι
τον ουρανό, χαμένος όπως είναι, δεν κοιτάει.
Είχε σκοτώσει αυτήν που αγαπούσε
μα κι ο καθένας μας σκοτώνει ό,τι αγαπάει.
Άλλοι τον έρωτα πουλούν ή αγοράζουν.
Ετούτος `δω, πλήρωσε, δεν ξεχνάει!

Και όλοι εμείς άθλιοι κλέφτες ξεπεσμένοι,
πάνω σε χέρια πονεμένα ξαγρυπνάμε
και σαν καυτό μολύβι τα δάκρυά μας
για κάποιο αίμα που δεν είχαμε χυμένο,
στη φυλακή που οι τοίχοι είναι ψηλοί
και στάζουν κάτω από ένα ουρανό μολυβένιο!

Ο διευθυντής με αυστηρότητα
τους νόμους στην εντέλεια τους τηρούσε.
Είχαμε ένα γιατρό όπου το θάνατο,
σαν μια απλή μεταβολή τον εξηγούσε.
Πρωί και βράδυ ο παππάς ερχότανε
και λίγες λειτουργίες μας πετούσε!

Χαμένοι σαν τον άνθρωπο που βάλτωσε
και που σε βρώμικα σκοτάδια μέσα ψάχνει,
την προσευχή μας δεν τολμούσαμε να κάνουμε
τόσο μας είχε η αγωνία αποκάμει.
Κάτι νεκρό μέσα στα στήθια μας,
ήταν η ελπίδα που είχε μέσα μας πεθάνει!

———————–


76th chorus [Mexico City Blues] Jack Kerouac

A GUYS ASKING A QUESTION
It’s better not to wake them up
So they wont know
They’re dreaming?
It’s better to wake them up
Because
they’re dreaming.
It’s not better to wake them up
because they dont know
that they’re dreaming?
Who, no, who said I
was dreaming?

You said, who said, I say
You’re dreaming?
Lise is a fl dreamy phantasm.

“Go on, you’re having one big dream,
That would be my answer.” (Bill)

————————-

Hop-Frog      Edgar Allan Poe,    1849
στο λινκ το κείμενο

hop

——————————–

Κ. Γ. Καρυωτάκης Οι Στίχοι μου

Δικά μου οι Στίχοι, απ’ το αίμα μου, παιδιά.
Μιλούνε, μα τα λόγια σαν κομμάτια τα δίνω από την ίδια μου καρδιά,
σα δάκρυα τους τα δίνω από τα μάτια.

Πηγαίνουν με χαμόγελο πικρό, αφού τη ζωήν ανιστορίζω τόσο.
Ήλιο και μέρα και ήλιο τους φορώ, ζώνη ναν τα ’χουν όταν θα νυχτώσω.

Τον ουρανόν ορίζουνε, τη γη.
Όμως ρωτιούνται ακόμα σαν τί λείπει και πλήττουνε και λιώνουν πάντα
οι γιοι μητέρα που γνωρίσανε τη Λύπη.

Το γέλιο του απαλότερου σκοπού, το πάθος μάταια χύνω του φλαούτου·
είμαι γι’ αυτούς ανίδεος ρήγας που έχασε την αγάπη του λαού του.

Και ρεύουνε και σβήνουν και ποτέ δεν παύουνε σιγά σιγά να κλαίνε.
Αλλού κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·
Λήθη, το πλοίο σου φέρε μου να πλένε.

————————

On the Road J.Kerouac, 1945
στο λινκ το κείμενο

 —————————–

Ένα ποίημα του Καββαδία χαρακτηριστικό του “Καββαδιακού” κόσμου, με “τα μπαρ των λιμανιών και τα μπορντέλα”…

Νίκος Καββαδίας, «Kasbah» ή «Η πόρνη της Kasbah» [Social Waste 2014]

Τραβούσαμε με βήμα αργό προς την Κασμπά.
Φέσι αλγερίνικο φορούσε ο συνοδός μου.
Το στίχο ποίηση το λαμπρότερό σου δώσμου
για να ιστορήσω κάποια πράγματα θαμπά….

Η παραλία κάτου φαινόταν με τα πλοία
κι ένας πολύγλωσσος που ερχόταν συφερτός.

Μαύρες γυναίκες, στολισμένες με λευκά,
Αλγερινές που εθορυβούσαν κι εγελούσαν
και ναυτικοί από ξένες χώρες που φορούσαν
κάσκες παράδοξες και ρούχα τροπικά.

Σπίτια παλιά, δίχως παράθυρα, ψηλά
κι απά σε πέτρινα πεζούλια καθισμένες
πατρόνες γριές, σαν από κόλαση βγαλμένες
παίζανε ζάρια και τραβούσανε λουλά.

Μες σε κοιτώνες χωρισμένους, σκοτεινούς,
απάνου σε φαρδιά και βρώμικα κρεββάτια,
άσπρες και μαύρες, με φρικτά κι άφωτα μάτια
δίχως ορίζοντα και δίχως ουρανούς.

Μέσα στο νούμερο “Ταλαάτ” ένα λευκό
κορμί γυναίκας σ’ ένα ολόμαυρο μεντέρι
στα χέρια της παίζει με τέχνη ένα μαχαίρι
κι ένα χοντρό βιβλίο διαβάζει, παλαιικό.

Με χαιρετά με μιαν ευχήν αραβική
και μου μιλεί από κάθε γλώσσα λίγα λόγια
που της εμάθαν μες τα ξένα καταγώγια
όσοι κοιμήθηκαν μαζί της ναυτικοί.

Ομως κρατά μετά τα χείλη της κλειστά.
Αν μείνεις -μου ‘πε- τ’ όνομά μου μη ρωτήσεις.
Μισώ τις μάταιες εξομολογήσεις
και των αντρών τα μάταια λόγια τα ζεστά.

Μείναμε δίχως να μιλάμε ως την αυγή
κι όταν επλήρωσα και κίνησα να φύγω,
κουδούνισε τα χρήματα στο χέρι λίγο
και μου τα πέταξε στο πρόσωπο με οργή.

Και μου πε: Αν ζήσατε πολύ στους τροπικούς
κι αν εδιαβάσατε παράξενα βιβλία,
μάθατε μόνο να οδηγάτε αργά τα πλοία,
στους χάρτες σκύβοντας τους Μερκατορικούς.

Αλλά το ασάλευτο ταξίδι των πορνών,
ποιός από σας, τυφλοί, ποτέ το βλέπει;
Ο μεσονύχτιος ήλιος πάντοτε το σκέπει
και τ’ άστρο κάποιων άγνωστών σας ουρανών.

Εβγήκα. Απέξω από την πόρτα της σειρά
προσμέναν Γάλλοι, Εγγλέζοι και Σενεγαλέζοι.
Κι αυτή κλεισμένη το μαχαίρι της να παίζει,
πετώντας το στον τοίχο τούτη τη φορά.

Κι ετράβηξα τρεκλίζοντας με βήμα αργό,
ώσπου έφτασα, με τη βοήθεια του κυρίου
απ’ την αρχαία πολιτεία του Αλγερίου
στο ξεβαμμένο μας τεράστιο φορτηγό.

(Νίκος Καββαδίας, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, εκδόσεις Άγρα)

——————————

 

 

 

Read Full Post »